Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Κομμουνιστές ή πούστηδες? Όχι πια!

1. Κομμουνιστές και πούστηδες

Ο Μάνος Χατζηδάκις, που ήταν σοφός άνθρωπος, είχε πει το αμίμητο: «οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα ή κομμουνιστές θα είναι ή πούστηδες!»
Αλλά ο Χατζηδάκις έζησε σε μιαν εποχή, για την οποία ένα άλλο ιερό τέρας της τότε καλλλιτεχνοδιανόησης, είχε πει το επίσης αμίμητο: «τον καιρό εκείνο αν δεν ήσουν αριστερός,...
ούτε γκόμενα δεν έριχνες…»
Πολύ σωστά, τα είπανε και οι δύο!
Η τριακονταετία 1975/2005 στιγματίστηκε από την ολοκληρωτική κυριαρχία της αριστεράς και των ομοφυλόφιλων [κρυφών ή φανερών], σε όλο το φάσμα της μαζικής κουλτούρας.Κνηματογράφος, τηλεόραση, περιοδικό, ραδιόφωνο, μουσική, τα πάντα όλα στον χώρο των λαϊκών θεαμάτων, περιστρέφονταν γύρω από τους πολιτικοσεξουαλικούς στεναγμούς των καταδιωγμένων, που η κακούργα η κοινωνία τους έβανε στο περιθώριο, είτε επειδή οραματίζονταν να σιάξουν έναν «καλύτερο κόσμο», είτε επειδή δεν τους επέτρεπε να διαλαλούν, πως στο κρεβάτι τους μπορούσαν να κάμουν ότι γούσταραν…
Κι είναι αλήθεια, ότι η μετεμφυλιοπολεμική καθεστωτική ελίτ, πρόβαλλε σχεδόν εμμονιακά τις αρετές και τα στερεότυπα του εθνικόφρονος οικογενειάρχη, παρότι το μοντέλο αυτό είχε ήδη φθαρεί από τη συνεργασία ενός τμήματος της εθνικοφροσύνης με τους κατακτητές Γερμανούς και από τον ανεξέλεγκτο πλουτισμό των ανωτέρων στρωμάτων της ελίτ, μέσω της μαύρης αγοράς ή της λεηλασίας των δολαρίων που έπεφταν στον τόπο από το σχέδιο Μάρσαλ.
Στις λαϊκές κωμωδίες του Νίκου Τσιφόρου, της δεκαετίας του 60, ξεσκεπάζεται ακριβώς ο τύπος του «καλού οικογενειάρχη», ο κήρυκας του: «πνεύμα και ηθική», ο «αγαθός ελληνοχριστιανός», ο οποίος κρύβει τις ματσαράγκες του και τις ασχημίες του κάτω από τόνους ελληνοπρεπούς χρηστοήθειας.
Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό κλίμα αφελούς προπαγανδιστικής αμετροέπειας, η αντίθετη προπαγάνδα, αυτή δηλαδή των κοινωνικών στρωμάτων που έμεναν στην απόξω από τη νομή της εξουσίας, ήταν φυσικό να βρει πρόσφορο έδαφος, για να επεκταθεί απ’ άκρη σε άκρη της ελληνικής μετεμφυλιοπολεμικής κοινωνίας.
Η «επανάστασις της 21ης Απριλίου», η οποία προσπάθησε να βάνει φρένο στην ραγδαία άνοδο των λαϊκών στρωμάτων που η μετεμφυλιοπολεμική φρενίτιδα, είχε κλείσει απέξω από τον καταναλωτικό παράδεισο μιας καλά βολεμένης καθεστωτικής ελίτ, τελικά έκαμε τα πράγμα ακόμα χειρότερα.
Αντί να εμπνεύσει τους Έλληνες για ένα νέο ξεκίνημα, μακριά από τις παθογένειες της άρρωστης βασιλευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κατόρθωσε να ανεβάσει στο πάνθεον των σύγχρονων ηρώων, τη γενιά του πολυτεχνείου, ήγουν τους λαλιώτηδες και τις δαμανάκηδες.
Η ηρωοποίηση της αριστεράς που [στη μεγάλη πλειοψηφία της] έδωσε τον «αντιδικτατορικό» αγώνα από παχυλά αμειβόμενες πανεπιστημιακές θεσούλες στο εξωτερικό, έπρεπε να εξαργυρωθεί και εξαργυρώθηκε ποικιλοτρόπως. Κι ενώ οι «δεξιοί» ήσαν αυτοί που έφαγαν το περισσότερο ξύλο στα κρατητήρια της ασφάλειας και του ΕΑΤ/ΕΣΑ, όλη τη δόξα και τα κέρδη της λεγόμενης «μεταπολίτευσης» τα καρπώθηκε η αριστερά, η οποία συν τοις άλλοις, λανσάρισε και το φωτοστέφανο του «αγωνιστή» ως πιστοποιητικό διορισμού στο δημόσιο.